Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

LOVE, PEACE AND MUSIC

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στη στήλη του Κώστα Λειβαδά, «Χωρίς Ζάχαρη», στο περιοδικό biscotto (τεύχος 32, Σεπτεμβρίος 2008)

Τίτλος: Love, Peace and Music

Με αφορμή κάποιες αναφορές στα κείμενα του καθ’ όλα σεβαστού και συμπαθέστατου Στάθη Παναγιωτόπουλου, κάποιες σκόρπιες σκέψεις γύρω από το ελληνικό τραγούδι, για καλό φθινόπωρο.
Στη χώρα αυτή που η παιδεία - ιδιαίτερα γύρω από τις τέχνες, τα τελευταία τριάντα χρόνια - ακολουθεί το μονοπάτι της ανυπαρξίας και ο κυρίαρχος ελληνικός πολιτισμός – μέχρι ας πούμε και την εξαγωγή και εκπροσώπηση στο εξωτερικό κάποιων θαυμάσιων νεοελλήνων πεζογράφων – εξαντλείται σε σπασμωδικές, συγκυριακές, μεμονωμένες προσπάθειες, τα πράγματα, νομίζω, μπαίνουν διαρκώς σε λάθος βάση. Υπάρχει κανένα ελληνικό Ινστιτούτο ισχυρό, που η δράση του να φτάνει στον κόσμο, εντός και εκτός τειχών, και δεν το ξέρουμε; Ένα ελληνικό «Γκαίτε»; Κάποιος ιδιαίτερος τονισμός στην έκφραση της ανησυχίας για το πόσο γνωρίζουμε κι αφομοιώνουμε τις ρίζες μας; Μειοψηφία φωτισμένη που αντιστέκεται, υπάρχει και τι να πρωτοκάνει και πώς να ακουστεί μέσα σε δεκαπέντε χρόνια ελεύθερης τηλεόρασης και ραδιοφωνίας που σάρωσαν τα πάντα και κατεύθυναν τους προβολείς στο ασήμαντο, στο εύκολο, στο σίγουρο, στο φτηνό. ΣΤΟ ΕΥΚΟΛΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ, γρήγορα και αθόρυβα. Οι μεγάλοι πνευματικοί, όσοι απέμειναν, βρίσκονται καθηλωμένοι στη σιωπή με ελάχιστες εξαιρέσεις. Με λίγα λόγια, στο μικρό χωριό, που ό,τι δηλώσεις είσαι, που καταξίωση σημαίνει καρέκλα και επί το πλείστον στείρα μανιέρα, η μικρή αγορά έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε να μην υπάρχουν εξειδικεύσεις στα αντικείμενα, αρμοδιότητες, υπεύθυνες στάσεις, συνολικό καλλιτεχνικό όραμα. Όλα αυτά σχεδόν σε απόλυτο μέγεθος. Ταυτόχρονα, στο ατελείωτο αυτό παλαιοπωλείο, που ακόμη και σαρανταπεντάχρονοι επιδραστικοί τραγουδοποιοί θεωρούνται ακόμη «νέοι» και πολλά υποσχόμενοι, η εγχώρια μουσική σκηνή θριαμβολογεί πολλές φορές απλά και μόνο επειδή αναπαράγει το δοκιμασμένο, το κατευθείαν ίδιο απ’ έξω, το τέλμα των λουλουδιών της λαϊκοπόπ (τι όρος κι αυτός), των χορών με το κεφάλι και του «τα πήραμε και φέτος». Δε λέω, και η άμυνα των εντέχνων για χρόνια, η εύθραυστη μαγιά τους, κράτησε τη λεγόμενη «απέναντι όχθη» σε ένα ναρκισσισμό, μια εσωστρέφεια και ίσως ενίοτε κάποια πλήξη. Όμως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, όποιος ζει στην Ελλάδα και προσπαθεί να δημιουργεί με τους όρους του είναι ήρωας διπλά και αξίζει, το λιγότερο, το σεβασμό για την ταλαιπωρία του και την ξεροκεφαλιά του να προσπαθεί να πει κάτι διαφορετικό απ’ την ψυχή του σ’ αυτό το τρομακτικά πια αποπροσανατολισμένο πεδίο και αυτοί οι δημιουργοί δεν είναι και λίγοι. Άνοιξαν δε μετά τις πρώτες ηρωϊκές περιοδείες απ’ άκρη σ’ άκρη, σε όλη την Ελλάδα, το δρόμο για να μπορεί να φτάσει το μήνυμα, όπου το δυνατό πιο πολύ και πιο βαθιά.
Ο σπόρος, φίλε Στάθη, το μήνυμα (“the message of the blues”, έλεγε ο John Lee Hooker) και πάνω απ’ όλα η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ, η αισθητική, το παν δηλαδή στην ποίηση, στο στίχο, στον ήχο, στην παράσταση. Δεν είναι και λίγοι αυτοί, φίλε, που το παλεύουν με όποια μέσα το επέτρεπαν και το επιτρέπουν. Το σπίτι μας καίγεται κι όμως ακόμη κάποιοι λένε το τραγούδι τους σε γεμάτα μαγαζιά, με μεγάλο κομμάτι της νεολαίας ν’ ακολουθεί και να χαίρεται (τώρα κι απ’ το διαδίκτυο), σε πολυπληθείς περιοδείες, αδιαφορώντας πολύ συχνά για την εικόνα τους (γαμ…νη εποχή της εικόνας) αλλά πολύ συχνά κινδυνεύοντας για να σώσουν την ψυχή τους να χάσουν το μυαλό τους μες το θρασύδειλο εξ ορισμού εμπόριο. Προς τι η αναφορά σε συνεντεύξεις «λαϊκών» αοιδών, σε ονόματα ιερών τεράτων, όπως οι Κατσιμίχα, στο συσχετισμό Κιάμου-Θηβαίου (αν είναι δυνατόν και μάλιστα με παράπονο γιατί δεν είδαμε την εικοστή έκδοση των αρχιδεινοσαύρων Deep Purple που θα σε λίγο θα είναι για το μαυσωλείο) όταν ακόμη και στο τραγούδι στο εξωτερικό τα νέα πρόσωπα και ρεύματα πρωτοπορούν ενώ εμείς κοιμόμαστε. Και κάτι περί ζήλιας για τα ποπ είδωλα: όποιος νομίζει πως μες τα τόσα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος τραγουδοποιός, ο μεγάλος του νταλκάς είναι γιατί δε γεύεται τα σουξέ με όρους έξω από αυτόν, πλάναται πλάνην οικτράν. Άλλα γήπεδα αυτά, φίλε. Δεν κάνουμε όλοι την ίδια δουλειά, τι να γίνει. Άλλο το φασόν, άλλο το χειροποίητο. Ο αγαπημένος σου, νομίζω, Λέοναρντ Κοέν μιλώντας για την εξάσκηση της τέχνης του τραγουδιού, έλεγε πως για να τελειώσεις ένα τραγούδι κάποιες φόρες πρέπει να περιμένεις να περάσει ο Θεός απ’ το δωμάτιο, καταλαβαίνεις; Άλλη σφαίρα. Και φτάνει πια με τη διαστρέβλωση του η μουσική είναι μία. Ο Ντιουκ Έλλινγκτον έλεγε πως δεν υπάρχει καλό και κακό είδος μουσικής αλλά καλή και κακή μουσική σε όλα τα είδη. Αυτό, ναι. Αυτό μάλιστα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι γιορτάζουμε την ίδια γιορτή. Γιατί απλά, όταν ένα τραγούδι γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους στίχους του, δεν είναι τραγούδι, είναι παρωδία, zero. Ο Τζάγκερ, ακόμη κι όταν έγραφε για το γυναικείο στήθος, παρέμενε ένας ποιητής του δρόμου. Είχε τον τρόπο, όπως και μια σημαντική μερίδα Ελλήνων δημιουργών, που όχι απλά καλά κρατεί αλλά και ανθεί δημιουργικά και σαστίζει μπροστά στο κοινό που αυξάνεται.
Όποιος θέλει να μάθει περαιτέρω για τη σημασία των χρυσών, των πλατινένιων και τι σημαίνει «πουλάω» τα τελευταία δέκα χρόνια, ας μου τηλεφωνήσει.
Love, Peace and Music, brothers. Καλό Φθινόπωρο.